αυτός που φεύγει
έχει την τρυφερότητα
στις κλειδώσειις
στα μέλη που πάλλονται
υγρασία
μόνο του πρωινού
βλέφαρα
διάφανα
ρητά
αυτός που φεύγει
έχει την τρυφερότητα
στις κλειδώσειις
στα μέλη που πάλλονται
υγρασία
μόνο του πρωινού
βλέφαρα
διάφανα
ρητά
το ταξίδι στη θάλασσα
επαναφέρει το σημείο
μέσα απ' τους ήχους
τη ροπή
θέλω να βρεθώ
ακίνητος
σε στέρεο έδαφος
πυκνός
χωρίς προγόνους
όμως
δε σταμάτησε να μιλά
όταν κοιτούσαμε τους χαρταετούς
η νοσταλγία έπνιγε
γλιστρούσε στα μάτια
παροντική
στα ήσυχα βλέφαρα
προτού ο φόβος
λύσει
θυμάμαι συχνά
τα σημεία μέσα από το αυτοκίνητο
τα πλαγιασμένα σπίτια
τις οσμές
τα πρόσωπα αγγεία
η διασπορά του σώματος
γύρισε μες το χρόνο
νοιώθω το έλαιο
ακτή
βρέχει
νεκρά
τα μάτια
όταν τα νερά τραβηχθούν
το κρύο θα έρθει
με μια μορφή απέραντη
η αδυναμία
θα παρουσιάσει το σώμα
όπως εχθρός
σημάδι
πάνω στη νέα
όψη
η ενόχληση
κυκλοφορεί στο αίμα
επιθυμώ να παράγει
η στάση του σώματος
αποκαλύπτει τον ξένο
τα πρόσωπα
πλέκονται σε θραύσματα
χαρτιού
επιθυμώ
και πάλι
τα σημεία του θόλου
έγιναν εχθρικά
η κλιση θα παραμείνει
και μέσα απ' τα δάχτυλα
οι βροχές
θα έχουν την μορφή ήχου
το στόμιο
ως ανάπαυση
είναι νεκρό
δώσε το πέρασμα του κήπου
με μάτια κλειστά
τον ήχο του
οι στάλες μέσα στα δάχτυλα
θα σε προχωρήσουν
σημεία απόγνωσης
στις λειασμένες
ίνες
τα σώματα υπάρχουν ακόμα
στον έντονο ύπνο
τα γυναικεία πρόσωπα
ήταν ξεχωριστά
μεταμορφώνονταν
χάδι
απ' τη σκιά
που σβήνει
διψασμένος
όπως γεννήθηκε
αυτή την πορεία
στη ζωγράφισε το δέρμα
μικρά παιδιά
θαυμάζουν τοιχογραφίες
εντός των τάφων
εντός της ήμερης
ζωής
τα σημάδια
αυτά που περιμέναμε
στα δάχτυλα
όταν βρέθηκα εκεί
γνώριζα την εικόνα
και απ΄ τους ανθρώπους
θυμάμαι τα μέτωπα
μάτια
όσο σβηστά
θαμμένα