μόνο έφευγαν τώρα μπορώ να μιλήσω δε νοιώθω κάτι από κάποια πλευρά μαζί με τον άνεμο έρχεται σκόνη ακόμα και τα αυτοκίνητα επικαλύπτονται για λίγο φεύγουν μετά αν ήταν νύχτα το φως θα αναβόσβηνε θα περιμένω σε άκρη είναι ημέρα είναι σκιές φεγγίζουν
ξύπνησες σε άλλον τόπο είχε θροΐσματα παντού γύρω σου οι παράδρομοι φτιάχνονται από το υλικό της μνήμης αν δέσω τα χέρια η ακτή θα φανεί δεν θα' μαι εγώ ούτε το κέλυφός σου
από τον τρόπο του ύπνου μακραίνουν τα λόγια δεν έχει παντού κλαδιά και φύλλα υπάρχουν περιοχές λείες εκφράσεις απέραντες όταν με βρεις θα έχει ηχώ τα γέλια δε θα μένουν
έχει και αυτούς τους δρόμους αποκαλύπτονται σαν καλειδοσκόπιο έπειτα το κάλυμμα τραβιέται όλα γυρίζουν πίσω στο δάπεδο ένα παιδί παίζει ήρεμα απλά κρατά δοκιμάζει τα ούλα δοκιμάζει τη μορφή θα κοιτάξω έξω από το παράθυρο ακόμα και αν δε μου το πεις χαράζει είναι η γκρίζα σκέψη
να μάθω τον ήχο όταν θα είμαι μόνος τα δέντρα που θα πάλλονται ευθύγραμμα τις μικρές τελείες που ξεχασμένες θα λάμπουν μέσα απ'τα χέρια σου είναι σιωπές ονείρου
έρχεται με τη γνώριμη μορφή του τη μαθημένη γλώσσα το ουρλιαχτό του σώματος τις γνώριμες κινήσεις αν απλώσω τα χέρια ο ορίζοντας έχει ροπή κάτω απ'τα μάτια ακίνητος με τ'απλωμένα χέρια
είναι ρωγμές του ύπνου σου κάποιος πεθαίνει κάθε μέρα για να φας, να μιλήσεις, να περπατήσεις ήταν σύντροφος είναι νεκρός τα φώτα της πόλης είναι συχνά γυμνά και ας νομίζαμε ό,τι είναι ξέφωτο γυρνά στρέφει και στρέφεσαι τον ήχο