το βάθος της ειρωνείας είναι έμφυλο ο αέρας άλλαξε η κίνηση των χεριών το δείχνει από τη μέρα κρατώ κάποια χτυπήματα ένα ποτήρι την πόρτα ενός αυτοκινήτου όλα συνειδητά όλα στεγνά στη μνήμη
και σήμερα το πρωί, τους νεκρούς φίλους θυμάμαι τη σήψη τους όχι το πριν, το λίγο πριν συλλέκτης δεν είμαι, είπες και όμως μπροστά, ξεκάθαρα είναι διαδικασία βήματα ήσυχα, κλειστά σαν όψη της ασφάλτου
κάπου ο κόσμος τελειώνει έτσι θα ήθελα ένα βουβό, παρατεταμένο τέλος σίγουρο όμως πρόσωπα αμνιακά ντυμένα να περιφέρονται στους θόλους ψηλαφητά διαγράμματα κάθετα σε γραμμές
η καλύτερη ερμηνεία της απόστασης είναι η γεύση κοιμάται στα χείλη άνοιξα τα χέρια πάντα τ'ανοίγω και ο άνεμος ίσως να άνοιξε πιά αυτεπίγνωση στη μαλακή στροφή τα απογεύματα την ώρα που κάποιος ανήσυχος περιμένει πληγωμένος ήδη νηφάλιος πόσα είναι τα πρόσωπα πίσω απ' τα δάχτυλά του