περπατώντας
στην αμμουδιά
η μέγγενη έσφιξε
δεν είναι πια πρωί
ξεκίνησε
και έτσι τα χέρια
συγκρούονται
δίχως να βρίσκονται
ποτέ εκεί
η ομιλία
άρρυθμη
ήπια
στην πληγή
της
Ένα ημερολόγιο για τις σπασμένες εικόνες , τα θραύσματα και τις αποκομμένες λέξεις
περπατώντας
στην αμμουδιά
η μέγγενη έσφιξε
δεν είναι πια πρωί
ξεκίνησε
και έτσι τα χέρια
συγκρούονται
δίχως να βρίσκονται
ποτέ εκεί
η ομιλία
άρρυθμη
ήπια
στην πληγή
της
η φωνή
μπορεί να διαπεράσει
το κέλυφος
να αγγίξει
τον μαλακό
ιστό
ονειρικά
ως ενυδρείο
που πάλλεται
το πλάσμα
θα βιώσει το όριο
γατί γνωρίζει
πως η τροφός
θα έρθει
την καθορισμένη
ώρα
η πειθαρχία
θα λάμψει
ακούσια
ως
περισυλλογή
τα πρωινά
είναι καθησυχαστικό
να κοιτάς
το σώμα
ειδικά τις ατέλειες
θυμάμαι
τη νύχτα
αυτούς που χόρευαν
bruit
ως ο κατευνασμός
του δράκου
πετούσε
όμως
ψηλα
στο παγωμένο
νεύμα
δεν ειναι κακό
να μιλάς στο πρώτο πρόσωπο
ακόμα και αν η αφή
και στη συνέχεια
η οσμή των χεριών
δεν συμβαίνουν
μέσα σου
η επαφή
με κάτι
που πάλλεται
ξέχασες
πως υπήρξε
παρατηρώ
το βρέφος
πόσο
αρμονικά
στρέφει
τα χέρια
οι κύκλοι
σχεδόν
εφάπτονται
το βλέμμα
αποκαλύπτει
το ποτάμι
έτσι θα είναι
από εδώ
και μπρος
μελάνι
νερού
ως
σήψη
μια ψεύτικη αίσθηση
διαχώρισε το σώμα
είπα μόνο το όνομα
και χάθηκα στη θύμηση
των υδρατμών
όταν ήμουν παιδί
αγαπούσα
την καθαρότητά τους
το
έμαθα
πάντα
θα φεύγουν