χωρίς τη γραμμή
τα μάτια
κέλυφος
έπειτα δέρμα
πάλλεται
δίχως
νεκρού
τη μνήμη
Ένα ημερολόγιο για τις σπασμένες εικόνες , τα θραύσματα και τις αποκομμένες λέξεις
ξεκινά από μια διάθεση
μια στάση του σώματος
εφάπτεται
τα εντομάκια
αισθάνονται οικεία
το αγνοούν
το κέλυφος
τα μάτια σου
ως κέραμος
μεταλλικά
στη σήψη
το πέρασμα
έκανε τον ήχο της πόλης
σταθερό
τα παράθυρα των θεατών
ξεκίνησαν
να σβήνουν
θα κρατηθώ
η αφή
κρύβεται
δισδιάστατη
ως πλέγμα
περπατώντας
στην αμμουδιά
η μέγγενη έσφιξε
δεν είναι πια πρωί
ξεκίνησε
και έτσι τα χέρια
συγκρούονται
δίχως να βρίσκονται
ποτέ εκεί
η ομιλία
άρρυθμη
ήπια
στην πληγή
της
η φωνή
μπορεί να διαπεράσει
το κέλυφος
να αγγίξει
τον μαλακό
ιστό
ονειρικά
ως ενυδρείο
που πάλλεται
το πλάσμα
θα βιώσει το όριο
γατί γνωρίζει
πως η τροφός
θα έρθει
την καθορισμένη
ώρα
η πειθαρχία
θα λάμψει
ακούσια
ως
περισυλλογή
τα πρωινά
είναι καθησυχαστικό
να κοιτάς
το σώμα
ειδικά τις ατέλειες
θυμάμαι
τη νύχτα
αυτούς που χόρευαν
bruit
ως ο κατευνασμός
του δράκου
πετούσε
όμως
ψηλα
στο παγωμένο
νεύμα